Ο ρόλος του θεατρικού παιχνιδιού στη μαθησιακή διαδικασία (1)

Ξέρουμε καλά ότι πολλές φορές δεν αρκεί η γλαφυρή αφήγηση μιας ιστορίας για να κάνει τους ακροατές συμμετέχοντες. Πρέπει να προϋπάρχει η αντίστοιχη επαφή του ατόμου, ως ακροατή και θεατή αντίστοιχα, με το δημιουργικό υλικό. Όσον αφορά στο μαθητικό δυναμικό των περισσότερων σχολείων της μειονοτικής εκπαίδευσης, υπάρχει έλλειψη τέτοιου είδους εμπειρίας. Είναι σχεδόν ανύπαρκτη η επαφή γονέων και παιδιών με τον κινηματογράφο, το θέατρο, τους συναυλιακούς χώρους, τις αίθουσες «τέχνης», μια και αυτές από τη μια συγκεντρώνονται στα μεγάλα αστικά κέντρα και από την άλλη αντιπροσωπεύουν στα μάτια τους ένα κομμάτι μιας κουλτούρας μακρινής, ξένης και κάποτε απειλητικής.  

Μια άλλη, επίσης σημαντική, συνιστώσα είναι το γεγονός ότι οι μαθητές, αν και φοιτούν στην ίδια τάξη, έχουν διαφορετικό γλωσσικό επίπεδο στην ελληνική και συνήθως αδυνατούν οι περισσότεροι να κατανοήσουν ένα μεγάλο κείμενο με όλες τις λεπτομέρειες. Όμως αυτές οι λεπτομέρειες, οι αποχρώσεις είναι που κάνουν θελκτικό ένα παραμύθι, μια ιστορία. Οι μαθητές αισθάνονται μέσα από την αφήγηση του δασκάλου τους ότι κάτι ωραίο ή αστείο συμβαίνει, αλλά συνήθως δεν μπορούν να κατανοήσουν τι ακριβώς είναι αυτό. Έτσι, η ιστορία δεν αποκτά νόημα για αυτούς και αδιαφορούν ή δυσανασχετούν. Κι όταν έρθει η ώρα να μιλήσουν για αυτό που άκουσαν, είναι τις περισσότερες φορές αδύνατον. Απαντούν συνήθως αποσπασματικά, ακόμη κι αυτοί που κατανόησαν το νόημα της ιστορίας. Δε φτιάχνουν δηλαδή προτάσεις ολοκληρωμένες, αλλά απαντούν μονολεκτικά. Με αυτό τον τρόπο αποθαρρύνεται ο δάσκαλος και κάποιες φορές εκνευρίζεται, αφού δεν μπορεί να κατανοήσει γιατί ο κόπος του και τα, εξαιρετικά πολλές φορές, κείμενα και οι εικόνες που χρησιμοποιεί δεν μπορούν να αποδώσουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Δε βοηθούν δηλαδή αποτελεσματικά στην παραγωγή γραπτού και προφορικού λόγου από τους μαθητές μέσα στην τάξη.